Η τέχνη του να ακούμε ενάντια στην πρόκληση του να επιχειρηματολογούμε

Η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους είναι πολύ πιο σύνθετη από την αποστολή και την λήψη ενός μηνύματος. Όσοι έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις – όλοι θα έλεγα – έχουν σίγουρα βρεθεί μέσα σε ένα γρίφο προβληματικής επικοινωνίας, είτε το έχουν αντιληφθεί, είτε όχι. Η δυσκολία να επικοινωνήσουμε έχει να κάνει τόσο με την δυσκολία να εκφράσουμε εμείς τον εαυτό μας στην σχέση αλλά και με την δυσκολία να ακούσουμε σε βάθος τον συνομιλητή μας.

Η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους είναι πολύ πιο σύνθετη από την αποστολή και την λήψη ενός μηνύματος. Όσοι έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις – όλοι θα έλεγα – έχουν σίγουρα βρεθεί μέσα σε ένα γρίφο προβληματικής επικοινωνίας, είτε το έχουν αντιληφθεί, είτε όχι. Η δυσκολία να επικοινωνήσουμε έχει να κάνει τόσο με την δυσκολία να εκφράσουμε εμείς τον εαυτό μας στην σχέση αλλά και με την δυσκολία να ακούσουμε σε βάθος τον συνομιλητή μας. Αυτό αφορά κάθε είδους σχέση: επαγγελματική, συγγενική, φιλική, ερωτική ακόμα και μια τυπική συναλλαγή σε μια υπηρεσία. Συχνά, δεν ακούμε καν τι προσπαθεί να μας πει ο συνομιλητής μας ή τι μας λέει ξεκάθαρα. Θα αναφερθώ αναλυτικά στους λόγους αυτής της στάσης «μη ακρόασης».

 

Η ανάγκη του να έχουμε δίκιο

Για πολλούς ανθρώπους είναι σημαντικότερο να έχουν δίκιο παρά το να επικοινωνήσουν ουσιαστικά. Η εμπειρία της παραδοχής ότι έχουν άδικο ή ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλες εκδοχές της αλήθειας πέρα από αυτήν που πρεσβεύουν οι ίδιοι, είναι συχνά μια άβολη έως και οδυνηρή εμπειρία, την οποία πασχίζουν να αποφύγουν με κάθε τρόπο. Μπορεί να αλλάξουν θέμα συζήτησης, να επιμείνουν πεισματικά στην άποψη τους, αγνοώντας τα επιχειρήματα του συνομιλητή τους, να του προκαλέσουν συναισθηματική φόρτιση ανακαλώντας ένα θέμα που τον πονάει ή να τον βγάλουν απλά εκτός εαυτού και να χάσει το δίκιο του κάτω από μια έκρηξη θυμού. Όπως και να ‘χει, όταν θέλουμε απλώς να έχουμε δίκιο και όχι να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά, δεν ακούμε στην πραγματικότητα τον συνομιλητή μας αλλά εμμένουμε στα δικά μας επιχειρήματα και πασχίζουμε να επιβάλλουμε την αλήθεια μας στους άλλους.

 

Οι ετικέτες

Άλλες πάλι φορές προσεγγίζουμε τον άλλον «κολλώντας του» μια ή και περισσότερες ετικέτες. Οι ετικέτες αναφέρονται σε πάγια και γενικευμένα χαρακτηριστικά που του προσάπτουμε και από τα οποία αδυνατούμε να ξεφύγουμε και εμείς οι ίδιοι. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε αυτό για το οποίο προσπαθεί να μας πείσει ο συνομιλητής μας γιατί έχουμε ήδη βγάλει το πόρισμα μας με βάση αυτήν την ετικέτα. Αν για παράδειγμα έχουμε κολλήσει σε έναν φίλο μας την ετικέτα του ανοργάνωτου και τύχει αυτός αργήσει σε ένα ραντεβού μας, ενδεχομένως να μην είμαστε πρόθυμοι να πειστούμε από την επιχειρηματολογία του για ότι άργησε το λεωφορείο και είχε και πολύ κίνηση στο δρόμο. Ενδεχομένως να μην την ακούσουμε καν, γιατί είμαστε σίγουροι κατά βάθος ότι απλά άργησε ο ίδιος να ξεκινήσει καθώς δεν μπορεί να διαχειριστεί σωστά τον χρόνο. Η ετικετοποίηση μας αποτρέπει από να ακούσουμε πραγματικά αυτό που προσπαθεί να μας πει. Δεν είναι μόνο ότι δεν τον πιστεύουμε, συχνά δεν τον ακούμε καν. Οι ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την στάση μας απέναντι τους και η σε βάθος ακρόαση είναι κι αυτή μια στάση.

 

Η πίεση του χρόνου

Η αντιλαμβανόμενη έλλειψη ή μη διάθεση χρόνου είναι ένας τρίτος λόγος που δεν ακούμε. Βιαζόμαστε. Βιαζόμαστε να τελειώσουμε κάτι, να αρχίσουμε το επόμενο, να προλάβουμε, να φτάσουμε, να φύγουμε. Γενικώς βιαζόμαστε. Η έλλειψη χρόνου συχνά μας κοστίζει σε επικοινωνία. Ειδικά αν είμαστε πεπεισμένοι για την δική μας αλήθεια, δεν θα δώσουμε εύκολα το χρόνο στον απέναντι να μιλήσει αλλά και αν το κάνει, δεν τον ακούμε. Στριμώχνουμε την επικοινωνία στα απαραίτητα και βιαζόμαστε να την κλείσουμε. Καταλαβαίνουμε συχνά εκ των υστέρων ότι δεν ακούσαμε τον άλλον γιατί δεν θυμόμαστε καν τι μας είπε. Ή θυμόμαστε πολύ γενικά και αόριστα. Η πίεση χρόνου και το άγχος που μας δημιουργεί δεν μας επιτρέπει να είμαστε παρόντες στην στιγμή. Και φυσικά ούτε και στην επικοινωνία που διαμείβεται μέσα σε αυτήν.

 

Η πραγματική ακρόαση

Η δεξιότητα της σε βάθος ή ενεργητικής ακρόασης όμως είναι υψίστης σημασίας όχι μόνο για την επικοινωνία αλλά και για την ίδια την σχέση. Όταν ακούμε πραγματικά, δεν κάνουμε κάτι αλλά συμμετέχουμε σε κάτι. Μοιραζόμαστε με τον άνθρωπο που είναι απέναντι μας μια κοινή εμπειρία. Αυτό το μοίρασμα είναι που λειτουργεί συχνά βοηθητικά, ανακουφιστικά, επουλωτικά αλλά και ενδυναμωτικά. Πως μπορούμε λοιπόν να συμμετέχουμε ουσιαστικά και πραγματικά ως ακροατές σε μια συνδιαλλαγή;

 

Διερευνώ

Όταν είμαστε πραγματικά ανοιχτοί να ακούσουμε, διερευνούμε. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι εννοεί ο συνομιλητής μας, ζητάμε διευκρινήσεις, κάνουμε ερωτήσεις, αφήνοντας του το χώρο να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του. Συγκρατούμε την παρόρμηση μας να δώσουμε ερμηνείες (Αυτό το λες γιατί είσαι θυμωμένος!), να αξιολογήσουμε (Δεν μου φαίνεται σωστό αυτό που είπες…) και να πούμε αμέσως τη γνώμη μας (Εγώ πιστεύω ότι δεν έκανες καλά που του μίλησες έτσι). Αντίθετα ρωτάμε: «Πως και αποφάσισες να….», «Ποιο ήταν το σκεπτικό σου…», «Πως ένιωσες όταν ……..», «Τι θα ήθελες να…». Αυτές είναι μερικές μόνο ενδεικτικές ανοιχτές ερωτήσεις, οι οποίες παρακινούν τον συνομιλητή μας να εκφραστεί. Προσοχή στο ύφος μας! Την διερευνητική από την ανακριτική στάση συχνά την χωρίζει μια λεπτή γραμμή: το ύφος μας!

 

Δεν διακόπτω

Ένα από τα πιο τραγικά λάθη στην επικοινωνία είναι να διακόπτουμε τον συνομιλητή μας όταν εκφράζεται. Το λάθος δεν έγκειται απλώς στο ότι χάνει τον ειρμό της σκέψης του και δεν προλαβαίνει το ολοκληρώσει το επιχείρημα του, αλλά στο ότι το μήνυμα που του περνάμε με το να τον διακόπτουμε, είναι «δεν σε ακούω πραγματικά και βιάζομαι να πω αυτά που θέλω». Η άσκηση της υπομονής στην επικοινωνία είναι βασική. Μια ουσιαστική και σε βάθος ακρόαση σημαίνει ότι ακούμε προσεχτικά τον άλλον, ακόμα και αν υποθέτουμε ή ξέρουμε τι θα μας πει. Με το να μην διακόπτουμε, εκπέμπουμε το μήνυμα ότι θέλουμε να ακούσουμε τις σκέψεις του, του δίνουμε το χρόνο να το κάνει, είναι σημαντικό για μας αυτό που έχει να μας πει.

 

Ενθαρρύνω

Ενθαρρύνω σημαίνει προτρέπω τον συνομιλητή μου, τόσο με λόγια όσο και με την συνολική μου στάση, να μιλήσει.  Η ενθάρρυνση έχει να κάνει με το να παρακινήσουμε το άνθρωπο που έχουμε απέναντι μας να μοιραστεί αυτά που ίσως διστάζει, δημιουργώντας ένα κλίμα αποδοχής και κατανόησης. Μόνο όταν ο άλλος θα νιώσει ασφαλής θα  μοιραστεί μαζί μας βαθύτερες σκέψεις και συναισθήματα. Ενθάρρυνση δεν σημαίνει πίεση. Σεβόμαστε την επιλογή του συνομιλητή μας να μοιραστεί τόσα όσα αντέχει και μπορεί και αφήνουμε στην κρίση του το πότε και αν έχει την ανάγκη να συζητήσει και άλλα. Φράσεις που δηλώνουν ενθάρρυνση είναι: «Θα ήθελες να μου πεις κάτι ακόμα πάνω σε αυτό;», «Είμαι εδώ για να σε ακούσω». Συχνά δεν ενθαρρύνουμε τον συνομιλητή μας να επικοινωνήσει καθώς η λακωνικότητα του μας δίνει άπλετο χώρο να μιλήσουμε εμείς. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επικοινωνίας είναι να έχουμε ακούσει στο τέλος της μόνο τον εαυτό μας.

 

Αποδέχομαι και κατανοώ

Ο τρόπος που ακούμε μπορεί να δηλώνει είτε αποδοχή είτε απόρριψη, είτε κατανόηση είτε αδιαφορία. Το μήνυμα της κατανόησης μεταδίδεται όταν μπορούμε και αναδιατυπώνουμε το περιεχόμενο των λόγων του συνομιλητή μας (Αν κατάλαβα καλά μου λες ότι …..) και όταν αντανακλούμε το συναίσθημα του (Σε νιώθω πολύ θυμωμένο!). Είναι εξαιρετικά βοηθητικό να εκφράσουμε την κατανόηση μας στον συνομιλητή μας, ειδικά αν προσπαθεί να μοιραστεί μαζί μας κάτι δύσκολο. Το ότι κατανοούμε τις σκέψεις του και το συναίσθημα του συνιστά μια σύνδεση. Την σύνδεση που ενδεχομένως επιδιώκει και ο ίδιος στην επικοινωνία. Αποδοχή και κατανόηση δεν σημαίνει απαραίτητα συμφωνία. Αν έχουμε μια διαφορετική οπτική να προσφέρουμε ή θέλουμε κάπου να διαφωνήσουμε, αυτό ας γίνει σε δεύτερο χρόνο αφού πρώτα έχουμε ακούσει.

 

Θεωρώ πως η σε βάθος ακρόαση δεν προκύπτει από το άθροισμα κάποιων τεχνικών ούτε επαφίεται σε μερικές καλοδιατυπωμένες ατάκες. Η σε βάθος ακρόαση είναι μια στάση που λαμβάνουμε πολύ συνειδητά απέναντι στον συνομιλητή μας. Μια στάση σεβασμού και κατανόησης. Είναι παράλληλα και μια θέση που επιλέγουμε για τον εαυτό μας σε μια αλληλεπίδραση. Η θέση του ενεργού ακροατή, που συμμετέχει συνειδητά στη σχέση, ακόμα και με τη σιωπή του…

 

Πηγή 1ης δημοσίευσης: Psychology - H Πύλη Ψυχολογίας